Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απέρνιγος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: απέρνιγος Προφορά: απέρνιγος
  1. απέραστος, αδιάβατος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το στερητικό α- και το περνίζω = περνώ

  2. αδιάβατος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    που δεν πρέπει να περάσει

    Ποιητικό

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παραδείγματα:
    1) Εγώ γεφύρα̤ ’κ’ έχτισα σ’ απέρνιγον ποτάμι.
    2) Τον χρόνον τον απέρνιγον τσαμίτσ' να μη κουράζει.

Παρατηρήσεις - Σχόλια