Προέλευση: από το στερητικό α- και το περνίζω = περνώ
Επιπλέον Ερμηνεία: που δεν πρέπει να περάσει
Ποιητικό
Ιδίωμα: Ματσούκας
Παραδείγματα: 1) Εγώ γεφύρα̤ ’κ’ έχτισα σ’ απέρνιγον ποτάμι. 2) Τον χρόνον τον απέρνιγον τσαμίτσ' να μη κουράζει.
Αρσενικό: Ενικός: απέρνιγος Πληθυντικός: απέρνιγοι
Θηλυκό: Ενικός: απέρνιγος Πληθυντικός: απέρνιγος
Ουδέτερο: Ενικός: απέρνιγον Πληθυντικός: απέρνιγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.