Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απάκ' Προφορά: απάκ
  1. σκουπιδαριό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) οίκημα χωρίς πόρτες, παράθυρα
    2) Το στόμαν ατ’ εγέντον απάκ’. (χωρίς δόντια)

Παρατηρήσεις - Σχόλια