Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζαμπά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζαμπά Προφορά: ζαμπά
  1. εμπόδιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

    Παράδειγμα:
    Ζαμπά μη φέρτς ση κοριτσί' το χισμέτ'. (μοίρα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια