διαβολοσύνα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. δαβολοσύνα̤ , 2. δα̤βολοσύνα̤
Προφορά: διαβολοσύνεα
-
πονηριά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
σατανικότητα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης