Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ομούτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ομούτ' Προφορά: ομούτ
  1. ελπίδα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. ελπίδα, προσδοκία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη umid ή umud

Παρατηρήσεις - Σχόλια