Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γυναικίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γυναικίζω Προφορά: γυναικίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    παντρεύομαι γυναίκα

    Παράδειγμα:
    Άν γυναικίεις γυναίκισον αν παίρτς άλλεν πα έπαρ'. (ποιητικό)

  2. νυμφεύομαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    παίρνω γυναίκα

  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    νυμφεύομαι (για άντρα)

  4. νυμφεύομαι Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

    Σχόλιο:
    για άντρες

Παρατηρήσεις - Σχόλια