Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δημόσιον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δημόσιον Προφορά: δημόσιον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    οίκος ανοχής

Παρατηρήσεις - Σχόλια