Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Μουράτ έχͮ ’ να ελέπ’ το παιδίν ατ’ς. (πόθος διακαής) 2) Πλερούμαι σά μουράτια μ’. (πετυχαίνω το ποθούμενο)
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Έχω μουράτια απλέρωτα. (έχω ανεκπλήρωτους πόθους, όνειρα)