Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φασφασά [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φα̤σφα̤σά̤ Προφορά: φεασφεασά
  1. νεύρωση, υποψία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    φα̤σφα̤σ̌α̤λής, -ήσα, -ήν (νευρωτικός)

Παρατηρήσεις - Σχόλια