Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δέλιαγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δέλιαγμαν Προφορά: δέλιαγμαν
  1. ανακάτωμα, μπλέξιμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. μπέρδεμα γλωσσικό μπέρδεμα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια