δέλιαγμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: δέλιαγμαν
Προφορά: δέλιαγμαν
-
ανακάτωμα, μπλέξιμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μπέρδεμα
γλωσσικό μπέρδεμα
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη