Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δαχτυλιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δαχτυλά̤ζω Προφορά: δαχτυλεάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αγγίζω με το δάχτυλο, βάζω το δάχτυλό μου σε τρόφιμο για να δοκιμάσω τη γεύση του

Παρατηρήσεις - Σχόλια