Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δαιμονίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δαιμονίζω Προφορά: δαιμονίζω
  1. εξοργίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    στενοχωρώ κάποιον υπερβολικά

Παρατηρήσεις - Σχόλια