Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μονοτσίπκον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μονοτσ̌ίπ'κον
Προφορά: μονοτσίπκον
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
χόρτο χωρίς φύλλα
Παράδειγμα:
Σα χοζάνια το χορτάρ’ μονοτσίπκον εν’.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
μονοτσίπ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια