Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γρυλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γρυλίζω Προφορά: γρυλίζω
  1. γκρινιάζω, μουρμουρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    βγάζω γρυλισμούς, κραυγές (για χοίρους)
    γκρινιάζω, μουρμουρίζω (για ανθρώπους)

Παρατηρήσεις - Σχόλια