Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εκριζεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εκριζεύω Προφορά: εκριζεύω
  1. εκριζώνω, αφανίζω εκχερσώνω έδαφος αφαιρώντας πέτρες, θάμνους για να γίνει κατάλληλο για σπορά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια