Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μοθοπώρι (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μοθοπώρι
Προφορά: μοθοπώρι
φθινόπωρος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Τ’ άνθια άνθούν την άνοιξην κ’ η κορ’ το μοθοπώρι.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
μοθόπωρον (το)
μοθόπωρος (ο)
μετόπωρος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια