Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μοθοπώρι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μοθοπώρι Προφορά: μοθοπώρι
  1. φθινόπωρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ άνθια άνθούν την άνοιξην κ’ η κορ’ το μοθοπώρι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια