Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαραντάρεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαραντάρεμαν Προφορά: σαραντάρεμαν
  1. η διέλευση 40 ημερών, αφ' ότου γεννήσει μια γυναίκα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια