Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαπωνέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαπωνέα Προφορά: σαπωνέα
  1. η μυρωδιά του σαπουνιού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. η μυρωδιά του σαπουνιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια