Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θεοστερεωμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: θεοστερεωμένος Προφορά: θεοστερεωμένος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    ο στερεωμένος από το Θεό

Παρατηρήσεις - Σχόλια