Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μνημόρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μνημόρ' Προφορά: μνημόρ
  1. τάφος, μνημείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τα ραχͮία πά’ ησυχίαν ’κ’ εύρηκαν, μνημόρα̤ ενοίγαν. (τάφοι)
    2) Μνημόρα̤ ανοί. (φράση που σημαίνει πως το παιδί είναι πολύ άτακτο.
    3) Επέντεσεν τον μάστοραν που χτίζει το μνημόριν. (ποιητικό, μνημείο)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    μνημόρ(ιν)

Παρατηρήσεις - Σχόλια