στεναχωριέμαι, μισώΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Το παιδί μίσησε άλλου και πήγε να βοσ̌κίσει τα πρόατα. (στεναχωριέμαι, Ιδίωμα: Άνω Αμισού)
2) Τ’ εκεινού π’ εμίσεσεν, τη χώρας δάκρυα εγόμωσεν. (μισώ, Ιδίωμα: Κρώμνης)