Ερμηνεία: γίνομαι ισχνός
Παράδειγμα: Εζαϊφλάεψεν κι εγέντον στούδα̤ και πετσίν.
Ομόρριζα - Παράγωγα: ζαϊφλούχ' (ισχνότητα) ζαϊφωτός, -έσα, -όν (λίγο ισχνός)
Ενεστώτας: ζαϊφλαεύω Παρατατικός: εζαϊφλάευα Μέλλοντας: θα ζαϊφλαεύω Αόριστος: εζαϊφλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους χρόνους.