Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μιντζένες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μιντζένες Προφορά: μιντζένες
  1. από μυζήθρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Χτίσεν τυρένεν εγκλησιάν, μιντζένεν αεβήμαν. (Η Ρωμάνα Χρ. Δημητριάδου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια