Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μύλιαγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μύλιαγμαν Προφορά: μύλιαγμαν
  1. 1) το χύλωμα του φαγητού με αλεύρι 2) αφαίρεση ξένων υλών από το σιτάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια