Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δεξοχέρτς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δεξ̌οχͮέρτς Προφορά: δεξοσέρτς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία;
    αυτός που έχει δεξί χέρι, μεταφορικά ο ικανός (ερμηνεία συντακτών)

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης

    Παράδειγμα:
    Ο τεμπέλτς ο νοικοκύρτς, ο δεξ̌οχͮέρτς τη μαχαλάς.

Παρατηρήσεις - Σχόλια