παρακαμίν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παρακαμίν
Προφορά: παρακαμίν
-
παλεκητές πέτρες γύρο από την εστία (χωνό)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
τζάκι, καπνοδόχος
1) το γύρω από το τζάκι μέρος
2) η πλάκα που είναι τοποθετημένη μπροστά στο τζάκι
3) το δάπεδο του τζακιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
το γύρω του τζακιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)