Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εντάμωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εντάμωμαν Προφορά: εντάμωμαν
  1. συνάντηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια