Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αναύγαρος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αναύγαρος
Προφορά: αναύγαρος
παραχαϊδεμένος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ετυμολογία:
ανά + αύγαρος = άσωτος (Ησύχιος)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια