Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έμπαιδος (η) [Ουσιαστικό]

Προφορά: έμπαιδος
  1. έγκυος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    για γυναίκα

Παρατηρήσεις - Σχόλια