Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ευμορφία
Χρήση από: Σαλτσή
Παράδειγμα: Ατάν η εμορφισία τίναν να παίρ’.
Ενικός: η εμορφισία Πληθυντικός: τα εμορφισίας