Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγιασμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγιασμός Προφορά: αγιασμός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    εκκλησιαστική τελετή κατά την οποία ο ιερέας με ορισμένες μορφές και πράξεις αγιάζει το νερό με το οποίο ραντίζει τους πιστούς

Παρατηρήσεις - Σχόλια