Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αγιάζω Προφορά: αγιάζω
  1. καθαγιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνείες:
    κάνω κάτι ιερό, γίνομαι άγιος με τον ενάρετο βίο μου

Παρατηρήσεις - Σχόλια