Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγελένιγος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αγελένιγος Προφορά: αγελένιγος
  1. ανήσυχος, ακαθησύχαστος Πηγή:

    Προέλευση:
    α στερητικό+ γαλενίζω- γαλήνη

Παρατηρήσεις - Σχόλια