Προέλευση: α στερητικό + βορίζω < βορέας
Αρσενικό: Ενικός: Πληθυντικός:
Θηλυκό: Ενικός: Πληθυντικός:
Ουδέτερο: Ενικός: Πληθυντικός:
Επίρρημα:
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.