Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αβόριγος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αβόριγος Προφορά: αβόριγος
  1. αλίχνιστος αυτός που δεν αποχωρίστηκε με τη βοήθεια του αέρα το σιτάρι από το άχυρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    α στερητικό + βορίζω < βορέας

Παρατηρήσεις - Σχόλια