Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αβάφτιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αβάφτιστος Προφορά: αβάφτιστος
  1. αυτός που δεν βαφτίστηκε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια