εβδομαδιάτικον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εβδομαδά̤τικον
Προφορά: εβδομαδιάτικον
-
αμοιβή εργασίας μιας εβδομάδας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μισθός μιας εβδομάδας
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης