Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εβδομαδιάτικον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εβδομαδά̤τικον Προφορά: εβδομαδιάτικον
  1. αμοιβή εργασίας μιας εβδομάδας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    εβδομαδιάτ(ι)κον

  2. μισθός μιας εβδομάδας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια