Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εβγάλσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εβγάλσιμον Προφορά: εβγάλσιμον
  1. εξαγωγή, εξάρθρωση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια