Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διπυρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: διπυρίζω Προφορά: διπυρίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνείες:
    1. υποτροπιάζω (για αρρώστια)/
    2. (για αγελάδα) βατεύω για δεύτερη φορά
    3. βρίσκαμαι σε οργασμό

    Προέλευση:
    αρχαία δίπυρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια