Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δούλεψη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δούλεψη Προφορά: δούλεψη
  1. δούλεψη. εργασία, δουλειά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια