Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διονίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: διονίζω Προφορά: διονίζω
  1. παρανοώ, παρακούω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    δίς + νοΐζω-νούς

Παρατηρήσεις - Σχόλια