Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίπλωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δίπλωμαν Προφορά: δίπλωμαν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    το να διπλώσει κάποιος κάτι

Παρατηρήσεις - Σχόλια