Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δίκοπος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίκοπος Προφορά: δίκοπος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    ο κομμένος καλά/που έχει δύο όψεις

Παρατηρήσεις - Σχόλια