Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίκοκκος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δίκοκκος Προφορά: δίκοκκος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    1.για καρπό αυτός που έχει δύο πυρήνες
    2.δίδυμα παιδιά

Παρατηρήσεις - Σχόλια