Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κακοπέβγαλτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κακοπέβγαλτος Προφορά: κακοπέβγαλτος
  1. κακοπληρωτής 1) αυτός που δύσκολα πληρώνεται 2) αυτός που δεν εξοφλεί εμπρόθεσμα τα χρέη του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια