Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
καϊρέτ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: καϊρέτ'
Προφορά: καϊρέτ
προσπάθεια, ζήλος, αντοχή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη gayzet
καϊρέτ(ι)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
καϊράτ (το)
γαϊρέτ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια