τσουπίν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσουπίν
Προφορά: τσουπίν
-
καλτσοβελόνα, αγκάθι
μικρό ξυλάκι που στερώνουν κανένα εργαλείο στο στυλιάρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
καλτσοβελόνα
λεπτό κυλινδρικό ξύλο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης