τσουπαδοπούλλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσουπαδοπούλλ’ , 2. τσουπαδοπούλ’
Προφορά: τσουπαδοπούλλ
-
φρέσκο φυτό καλαμποκιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πράσινα καλαμπόφυτα που κόβονται για την τροφή των ζώων
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης