Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διάργυρη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. δά̤ργυρη , 2. δά̤ργυρη Προφορά: δεάργυρη
  1. υδράργυρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια