Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διάκον (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. διάκον , 2. δά̤κον Προφορά: 1. διάκον , 2. δεάκον
  1. διάκος, διάκονος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    βοηθός επισκόπου ή πρεσβυτέρου

Παρατηρήσεις - Σχόλια