Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ομάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ομάλ' Προφορά: ομάλ
  1. ομαλός, κάμπος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Τ’ ομάλα̤ Τούρκ’ς εγόμωσεν και τα βουνά λεβέντους
    2) Και νά̤ σ’ ομάλ’ αφήν’νε μας και νά̤ σ’ ορμάνα̤ τ’ άγρα̤.
    3) Ομάλα̤. (είδος χόρτου ήσυχου και ομαλού)

  2. ποντιακός χορός που χορεύεται με δύο ρυθμικά βήματα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια